• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a bit advUK, informal (a little)λίγο, λιγουλάκι επίρ
 (μεταφορικά)ελαφρώς επίρ
 Run around a bit and you'll soon warm up.
 Τρέχα λίγο και σύντομα θα ζεσταθείς.
a bit advUK, informal (slightly)ελαφρώς επίρ
 It's a bit cold in here!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είμαι ελαφρώς ξενυχτισμένη και αυτό επηρεάζει την απόδοσή μου στη δουλειά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a bit much expr(excessive, intolerable)λίγο πολύ φρ ως επίρ
  υπερβολικό επίρ
  κάπως υπερβολικό φρ ως επίρ
a bit of a mess nUK, informal (chaotic)μπλεγμένος, μπερδεμένος μτχ πρκ
 (καθομιλουμένη)χάλι, μπάχαλο ουσ ως επίθ
  ψιλοχάλια, ψιλομπάχαλο επίρ
 His love life's a bit of a mess.
a bit of a mess ninformal (difficult situation)σε άσχημη κατάσταση περίφρ
 (καθομιλουμένη)χάλια επίρ
 To say that the economy is in a bit of a mess is putting it mildly.
a bit of a mess ninformal (place: untidy) (καθομιλουμένη, προφορικό: γίνεται)χαμός, ψιλοχαμός ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη, προφορικό)χάλια, ψιλοχάλια επίρ
 (καθομιλουμένη, προφορικό)μπάχαλο, ψιλοχάος ουσ ουδ
 (μεταφορικά)άνω-κάτω επίρ
 My house is a bit of a mess, but please come in.
 Γίνεται χαμός στο σπίτι μου, αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι χάλια (or: ψιλοχάλια), αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι μπάχαλο (or: ένα ψιλοχάος), αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι άνω-κάτω, αλλά πέρασε μέσα.
a bit thick adj(substance: not runny)λίγο πηχτός, λίγο παχύρρευστος επίρ + επίθ
Σχόλιο: Το επίρρημα "λίγο" μπορεί να αντικατασταθεί από οποιοδήποτε επίρρημα ανάλογης σημασίας, π.χ. κάπως, ελαφρώς, λιγάκι κ.ά.
 The gravy seems a bit thick; I can stand a spoon in it!
a bit thick adjUK, figurative, pejorative, slang (person: not intelligent) (μτφ, καθομ, προσβλ)λίγο αργός επίθ
 (αργκό, προσβλητικό)τα ζώα μου αργά έκφρ
  χαζούλης επίθ
 He's a bit thick, but really nice all the same.
a bit thick adjinformal (person, physique: not thin)λίγο παχύς, κάπως παχύς επίρ + επίθ
  παχουλός επίθ
 He's a bit thick through the waist.
a bit thin adj(substance: too runny)λεπτούλης επίθ
 The gravy seems a bit thin, so I think I'll add some more flour to thicken it up.
a bit thin adjinformal, figurative (resources: limited) (μεταφορικά)περιορισμένος, λιγοστός επίθ
 My budget is a bit thin, so I won't be going to Africa this year.
 Ο προϋπολογισμός είναι κάπως περιορισμένος, έτσι δεν θα πάω στην Αφρική φέτος.
a bit too advinformal (overly)υπερβολικά επίρ
  πάρα πολύ φρ ως επίρ
 (επίσημο)υπέρμετρα επίρ
 His hair was a bit too long for me.
 She seemed a bit too calm; something must be wrong.
 Τα μαλλιά του ήταν υπερβολικά μακριά για μένα. // Έμοιαζε υπερβολικά ήρεμη. Μάλλον κάτι δεν πάει καλά.
a little bit ninformal (small amount)λίγο, λιγάκι επίθ
 (καθομιλουμένη)λιγουλάκι επίθ
 There wasn't enough salt in the soup so I added a little bit. Could I please have a little bit of cheese?
 Η σούπα δεν είχε αρκετό αλάτι, οπότε πρόσθεσα λιγάκι. Μπορώ να έχω λίγο τυρί παρακαλώ;
a little bit advinformal (slightly)ελαφρώς, κάπως επίρ
 I'm just a little bit dizzy. It was a little bit cheeky of me to ask … but I asked anyway.
 Είμαι ελαφρώς ζαλισμένος. Ήταν κάπως αγενές εκ μέρους μου να ρωτήσω... αλλά ρώτησα, όπως και να' χει.
a bit of [sth] n(small amount) (από κάτι)λίγος επίθ
  λιγάκι επίθ άκλ
 I added a bit of cinnamon to the recipe.
 Πρόσθεσα λίγη κανέλα στη συνταγή.
for a bit advinformal (for a short while)για λίγο φρ ως επίρ
in a bit advUK, informal (a short while from now) (ΗΒ, καθομιλουμένη)σε λιγάκι έκφρ
 I'm eating dinner now but I'll call you back in a bit.
in a little bit advinformal (soon)σε λιγάκι, σε λίγο φρ ως επίρ
 Please set the table because dinner will be ready in a little bit.
just a bit advinformal (slightly)ελάχιστα, λιγάκι επίρ
 (ανεπίσημο)λιγουλάκι επίρ
 He has seemed to move just a bit to the left.
just a bit ninformal (a small amount)λιγάκι επίρ
  λίγος, ελάχιστος επίθ
 Please, just give me a bit of sugar.
not a bit,
not one bit
adv
informal (not at all)καθόλου επίρ
  ούτε στο ελάχιστο φρ ως επίρ
  ούτε τόσο δα φρ ως επίρ
 Am I bothered about missing the show. Not a bit.
 I'm not a bit worried about this exam because I've revised really hard for it.
quite a bit n(a considerable amount) (για ποσότητα)αρκετά επίρ
 "How much rice do you think I should cook?" "You'll need quite a bit for six people."
quite a bit adv(a considerable length of time)για αρκετή ώρα επίρ
 I've been jogging quite a bit recently.
rich,
a bit rich
adj
informal, figurative (ironic)παράλογος επίθ
 (αργκό, μεταφορικά)κουλός επίθ
 (καθομιλουμένη)κάπως επίρ ως επίθ
 That's a bit rich, coming from you!
 Είναι παράλογο να το λες εσύ αυτό!
a stretch,
a bit of a stretch
n
informal, figurative (exaggeration)υπερβολή ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)παρατραβηγμένος μτχ πρκ
 (μεγάλη υπερβολή)τραβηγμένος από τα μαλλιά έκφρ
 It's a bit of a stretch to call her a teacher. She helps out in the classroom occasionally, that's all.
 Είναι υπερβολή να την αποκαλέσουμε δασκάλα. Βοηθάει καμιά φορά στην τάξη, αυτό είναι όλο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ε, όχι και όμορφη η Μαρία! Αυτό είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά!
a wee bit advUK, informal (little, slightly)κάπως, λίγο, λιγάκι επίρ
 (καθομιλουμένη)ένα κλικ φρ ως επίρ
  λιγουλάκι επίρ
 Mexican food is a wee bit spicier than I'm used to.
 Το μεξικάνικο φαγητό είναι κάπως πιο πικάντικο από ότι έχω συνηθίσει.
 Το μεξικάνικο φαγητό είναι ένα κλικ πιο πικάντικο από ότι έχω συνηθίσει.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'a bit' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a bit στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «a bit».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!